Penthouse of Horror part1

Μαρτίου 13, 2018

Penthouse of Horror - επεισόδιο 01
 
 

Θα είναι σαν να βλέπεις 90’s τηλεόραση, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα την βλέπεις.
Γέροντας Μεγκαλίσιος

1/4 του αιώνα και 20 ημέρες είναι μεγάλο χρονικό διάστημα. Όλοι ξέχασαν. Και συνέχισαν τις ζωές τους.
Ποια ήταν όμως η εξέλιξη; Γιατί δεν μας έδειξαν την συνέχεια; Τι συνέβη στην πραγματικότητα; Όσοι αναζητούσαν την αλήθεια, σιγά σιγά χάθηκαν μυστηριωδώς.
Εκτός από έναν. Αυτός έγινε ένας με αυτούς. Τους ακολούθησε. Και είδε…
25 χρόνια μετά θα σας αποκαλύψει την πραγματική ιστορία. Αν δεν είστε έτοιμοι, μην τη διαβάσετε. Φρικιαστική, με χοντροκομμένο χιούμορ. Όπως το δικό τους. Η ιστορία είναι 100% πραγματική, γιατί η αλήθεια πρέπει να είναι ωμή. Όπως τρώνε οι Γάλλοι τη μοσχαρίσια μπριζόλα. Ή οι τυροβρωμίκουλες τον ανθρώπινο εγκέφαλο…

Η ιστορία είναι και θα είναι 100% δωρεάν. Ο συγγραφέας, Panagiotis Deligiannis, δηλώνει φαν γνωστών ηρώων του παρελθόντος και αποφάσισε να τους δώσει μια συνέχεια σε έναν άλλο κόσμο. Χωρίς να έχει σκοπό το κέρδος και χωρίς να θέλει να προσβάλλει τους αρχικούς δημιουργούς.
 
 
 
 
——————————————————————————–
Τα 90’s ήταν μια μαγική εποχή για την Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς πως όλα έβαιναν καλώς για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, στην μακρόχρονη ιστορία της. Λες και υπήρχε κάποιου είδους μαγεία που συντηρούσε όλο αυτό το κλίμα ευφορίας και ανάπτυξης. Πως φτάσαμε όμως σε αυτή την κατάσταση το 2017; Τι συνέβη και χάθηκε αυτή η μαγεία; Το παρακάτω κείμενο είναι η εξιστόρηση του μοναδικού ανθρώπου που επέζησε από όλο αυτό που συνέβη. Είναι ανάμεσα μας. Καθημερινά τον βλέπουμε και τον προσπερνάμε. Αν ξέραμε πως είναι ο σπόρος για την επαναφορά της μαγείας, ίσως να του φερόμασταν διαφορετικά. Εκείνος περιμένει να τον ανακαλύψουν χωρίς να αποκαλύπτει τις δυνάμεις του, μέχρι να βρει άξιους συνεχιστές της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η ιστορία της μαγείας που χάθηκε. Αλλά μην ξεχνάτε. Η ελπίδα υπάρχει ανάμεσα μας και πρέπει να αλλάξουμε για να την συναντήσουμε.
 
 
 
 

Penthouse - Πριν τη μέρα 0

Ένα γάμος, μια δίαιτα

Η Κατερίνα ξύπνησε από τα έντονα ροχαλητά του Χρήστου και σηκώθηκε ενοχλημένη για να πάει στην τουαλέτα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα από τότε που κοιμήθηκε, αφού δεν μπορούσε να ξεχάσει την πείνα της. Η μητέρα της και η ανιψιά της, τους είχαν βάλει σε ένα γρήγορο πρόγραμμα αδυνατίσματος, γιατί όπως τους υπενθύμιζαν καθημερινά, έτσι όπως το πήγαιναν δεν θα χωρούσαν να βγουν ούτε από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους. Το κόλπο με την υπνοβασία, που είχαν θέσει σε εφαρμογή τον τελευταίο καιρό για να τρώνε, είχε ναυαγήσει και είχαν παραδοθεί στα έμπειρα χέρια της κυρά Σοφίας, αλλά και στις εξειδικευμένες γνώσεις της Ειρήνης, που προέρχονταν κυρίως από περιοδικά του τύπου Σούπερ Κατερίνα και Πλέκω. Κάγχασε με τον συνειρμό του ονόματος της και του περιοδικού. Το ζαβό, η ανιψιά της, προσπαθούσε με ηλίθιες θεωρίες να την κάνει και εκείνη μία σούπερ Κατερίνα, που θα μπορούσε να ξαναφορέσει ένα μπικίνι και να βγει ελεύθερα στην παραλία, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να την πετάξει στην θάλασσα η Greenpeace. Και υπήρχε και ο Χρήστος, που με τις μουστάκες και την κοιλάρα του έμοιαζε με θαλάσσιο ελέφαντα.
Θυμήθηκε λίγο πριν τα γάμο που προσπάθησαν να τον πείσουν να βάλει περουκίνι για να κρύψει την καράφλα ολυμπιακών διαστάσεων και να βάψει τα υπόλοιπα μαλλιά του. Το πείραμα απέτυχε παταγωδώς, κάνοντας τώρα την Κατερίνα να ξανασκεφτεί τις γρήγορες αποφάσεις που είχε πάρει για γάμο, αν και ήταν πλέον αργά. Αν δεν ήταν η Αμαλία, η ξινή, ίσως να μην είχε τώρα παντρευτεί αυτό το θηλαστικό (που αν φορούσε σουτιέν, θα ήταν μεγαλύτερο μέγεθος από το δικό της) και να είχε βρει και εκείνη έναν δικό της Ιάσονα, ένα παιδί της εργατιάς, που έπιαναν πέτρες τα χέρια του και τις έστυβαν. Αλλά αυτοί οι τύποι, σαν τον Ιάσονα, κοίταζαν πάντα κάτι γκομενίτσες τύπου Ελενίτσα, παρθενοπιπίτσες και θεούσες σε βαθμό καραξεράσογλου. Σιγά μην γύριζε να κοιτάξει μία ζουμερή τριανταπεντάρα, άντε σαραντάρα (τα τελευταία 30 χρόνια), σαν και εκείνη.
Αυτές οι λίγες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της όσο έκανε την ανάγκη της. Προτιμούσε να κάτσει ολόκληρο το βράδυ στην τουαλέτα, παρά να επιστρέψει σε εκείνο το βουνό που ροχάλιζε σαν ηφαίστειο που ξυπνά, στο νυφικό τους κρεβάτι.
Τον είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε στο ιδιόκτητο φαρμακείο του. Αυτό μπορούσε να του το αναγνωρίσει. Ήταν ένας μαλαγάνας. Αυτό που δεν μπορούσε να αντέξει ήταν η ανείπωτη βλακεία του. Έλεγε σε όλα ναι και δεν χάλαγε χατίρι σε κανέναν. Ήταν τέρας υπομονής και καλοσύνης και αυτό την εκνεύριζε περισσότερο. Κάτι στιγμές ένιωθε πως ήθελε να του ξεριζώσει τις μουστάκες και να του τις μπουκώσει στο στόμα. Αλλά αυτές οι στιγμές περνούσαν γρήγορα.
Άκουσε βήματα στον διάδρομο που την έβγαλαν από τις σκέψεις της. Η πόρτα χτύπησε και απέξω ακούστηκε μία εκνευριστική ψιθυριστή φωνή.
«Αργείς; Χρήστο αργείς;»
«Εγώ είμαι μητέρα», ψιθύρισε η Κατερίνα νιώθοντας για ακόμη μία φορά να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Έπρεπε να πάει σε μαθήματα διαχείρισης θυμού, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.
«Δεν πιστεύω να μπουκώνεις τίποτα σοκολάτες; Θα μείνω απέξω να σε ακούω».
«Φύγε σεβαστή μου μητέρα», της είπε η Κατερίνα και προσπάθησε να διατηρηθεί ψύχραιμη, δαγκώνοντας με τόση ένταση τα χείλη της που τελικά μάτωσαν.
«Άκου να σου πω. Εγώ είμαι η μάνα σου και θα κάνω ότι θέλω. Ακούς;»
Το αίμα έρεε σε μεγαλύτερες ποσότητες από τα χείλη της Κατερίνας, αφού τα έσφιγγε για να μην ουρλιάξει. Σκέφτηκε προς στιγμήν να πάρει το καλώδιο του ντους, να ανοίξει την πόρτα και να την στραγγαλίσει. Αλλά ήταν ακόμα μία στιγμή αδυναμίας, που όπως ήρθε γρήγορα έτσι και έφυγε.
«Σε ένα λεπτό θα είμαι έξω. Και θα δεις ότι δεν έτρωγα τίποτα», κατάφερε να απαντήσει ψύχραιμα.
Τράβηξε το καζανάκι, έπλυνε τα χέρια της και άνοιξε την πόρτα. Σάστισε με την αναμαλλιασμένη μορφή της μητέρας της στο σκοτάδι, έμοιαζε με μυθικό τέρας.
«Τι κοιτάς έτσι; Άντε κάνε στην άκρη να μπω, γιατί θα μου φύγουν. Είμαι και σε κρίσιμη ηλικία. Το ξέρεις ότι τα 45 είναι ένα σημείο καμπής για τον ανθρώπινο οργανισμό;»
Η Κατερίνα δεν το σχολίασε. Υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός και μία αλληλοκάλυψη σε αυτό το λεπτό ζήτημα της ηλικίας. Η μάνα της ήταν πατημένα ογδόντα, αλλά δεν τόλμαγε να το ομολογήσει πουθενά, γιατί δεν την συνέφερε και την ίδια. Ο μόνος που ίσως πίστευε ότι οι ηλικίες τους ήταν αυτές που έλεγαν, ίσως να ήταν αυτό το κουτορνίθι ο Χρήστος. Θεέ μου τι πανίβλαξ, σκέφτηκε με ένα μειδίαμα και έκανε στην άκρη να περάσει η μάνα της. Εκείνη σύρθηκε σαν έχιδνα μέσα στο μπάνιο και έκλεισε πίσω της την πόρτα.
Η Κατερίνα προχώρησε μέχρι το δωμάτιο, ακούγοντας τα ασθματικά ροχαλητά του Χρήστου. Αν είχε μαλλιά, έκοβε τα μουστάκια και έχανε καμιά πενηνταριά κιλά κάτι θα γινόταν σκέφτηκε. Αλλά με τα αν δεν κάνουμε δουλειά, σκέφτηκε από την άλλη. Μπήκε στο δωμάτιο αλαφροπατώντας και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Την πήρε ο ύπνος μετά την τρίτη βροντερή πορδή του Χρήστου, που το μεθυστικό της άρωμα ισοδυναμούσε με νάρκωση σε χειρουργείο.

Η έχιδνα

Η Ειρήνη είχε έναν περίεργο και τάχα μου τάχα μου εκκεντρικό χαρακτήρα. Το έπαιζε λίγο οικολόγα, λίγο βετζετέριαν, λίγο μεταλλού και λίγο κρασί λίγο θάλασσα. Ότι έκανε ήταν καθαρά για το δήθεν της υπόθεσης και το έκανε για να δειχθεί στην εκάστοτε αλάνικη παρέα που έμπλεκε. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε μπει στην ζωή της ο Δημήτρης ή Θανάσης ή Θάνος ή Αλέξης. Ένας τυχάρπαστος απατεώνας, που πουλώντας της έρωτα σκόπευε να της κλέψει ότι πολυτιμότερο είχε. Κάνα δύο εκατομμύρια δραχμές. Τελικά της τα έκλεψε, αλλά εκείνη δεν το έβαλε κάτω. Κατάφερε να τα ξαναμαζέψει με το σπαθί της, ύστερα από ανήλεη τράκα και εξουθενωτική κλάψα, από την γιαγιά και από την θεία της την Κατερίνα. Τώρα έδρεπε τις δάφνες της επιτυχίας της, ακούγοντας στην διαπασών έιτις ποπ επιτυχίες στο καινούριο της στέρεο, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα βίντεο κλιπ του Μάικλ Τζάκσον.
«Κλείσ’ το Ειρήνη μου. Σε λίγο θα γυρίσει η θεία και ο θείος σου και θα θέλουν να ξεκουραστούν. Είναι μεσημέρι τώρα.»
«Για εσάς τους αραχνιασμένους είναι μεσημέρι. Για εμένα που είμαι μία ποπ πριγκίπισσα είναι ακόμα πρωί. Και από πού και ως πού θείος μου το παιδοβούβαλο;»
«Μην τον λες έτσι και σε ακούσει η θεία σου. Την τελευταία φορά που σε προειδοποίησε, τα μάτια της έσταζαν αίμα.»
«Δεν το ήξερα ότι έχουμε χούντα εδώ μέσα», της είπε και δυνάμωσε επιδεικτικά την μουσική.
«Κλείσε το σε παρακαλώ και έλα να τους ετοιμάσουμε το φαΐ. Θα γελάσουμε πολύ σήμερα».
«Δεν έχω καταλάβει ακόμη αν θέλεις να τους βοηθήσεις να χάσουν κιλά ή απλά χαίρεσαι να τους βασανίζεις. Είσαι πολύ περίεργη κάτι φορές γιαγιά».
Μόλις ξεστόμισε την τελευταία λέξη κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια και ότι θα ακολουθούσε η έκρηξη.
«Εμένα είπες γιαγιά; Εμένα που όταν σε γέννησε η μάνα σου, με περνούσαν για την μεγάλη σου αδερφή;»
«Έλα, σόρι, Σοφάκι. Μια πλακίτσα έκανα. Κουλ τώρα». Είχε κλείσει την μουσική σε μια ένδειξη καλής θέλησης και είχε σηκωθεί από τον καναπέ.
Η Σοφία την κοιτούσε με ένα ζοφερό βλέμμα, σαν χίλιοι δαίμονες της κόλασης. Κάθε φορά που την έλεγε γιαγιά, ήθελε να την κρεμάσει από το μπαλκόνι του ρετιρέ με το σχοινί της μπουγάδας. Αν δεν είχε να βασανίσει την Κατερίνα και τον Χρήστο, θα της έδινε ένα μαθηματάκι αυτής της ξανθόψειρας. Αλλά είχε προτεραιότητα η κόρη της.
«Έλα αμέσως στην κουζίνα. Σε ένα λεπτό το πολύ να είσαι εκεί».
Δεν περίμενε απάντηση και έφυγε για την κουζίνα μουρμουρίζοντας κατάρες σαν γριά μάγισσα. Εεεε … λάθος σαν απλή μάγισσα.
Η Ειρήνη την ακολούθησε βιαστικά ξεφυσώντας ανακουφισμένη.

Στον Κόσμο τους (λέγετε παρακαλώ)

«Κόσμος λέγετε παρακαλώ; Ναι… Πείτε μου…. Μμμμ. Όχι κύριε να το βάλετε εσείς εκεί που μου είπατε και να βαρέσετε παλαμάκια».
Η Χαρούλα κοπάνησε το ακουστικό στην συσκευή και σηκώθηκε εκνευρισμένη.
«Άντε πάγαινε από εδώ που έχεις και όρεξη για πλακίτσα. Δεν θα εφεύρει κάποτε ο ΟΤΕς μία συσκευή που θα αναγνωρίζει κλήσεις; Τότε θα σας βρω όλους και θα σας ρουφήξω τις ψυχές από το μεδούλι» μουρμούριζε πηγαίνοντας πέρα δώθε στο γραφείο.
«Τι έχεις εσύ; Πάλι μουρμουράς;», της είπε γλυκανάλατα η χαζοχαρούμενη γκομενίτσα του γραφείου η Ελένη, με ένα ηλίθιο χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη της.
«Άσε με ρε κορίτσι μου με τους υπάνθρωπους που με παίρνουν κάθε μέρα. Ξέρεις τι μου είπε αυτός; Πως είναι ο υδραυλικός και πως τάχα του τηλεφώνησε η κυρία Ζαχαροπούλου. Και όταν είδε ότι την πάτησα μου είπε κάτι για τσιμούχες. Ε εκεί δεν άντεξα η γυναίκα και του είπα να βάλει τις τσιμούχες εκεί που ξέρει».
Με την Ελένη ακόμη να γελάει σαν ηλίθια που της λένε κάτι και δεν το έχει καταλάβει, μπήκε στο γραφείο ο Φοίβος, με το μαλλί του κλαπέτα και την μασχάλα του πουκαμίσου λεκιασμένη από την γκοργκοντζόλα που παρήγαγαν οι αδένες του.
«Τι έγινε ρε Χαρούλα; Μέχρι κάτω ακούγεσαι», της είπε με ανησυχία, με την βαθιά ερωτική φωνή ενός τροβαδούρου που του έχουν κόψει τις φωνητικές χορδές.
«Άσε μας και εσύ ρε Φοίβο. Θα κάνω ότι θέλω. Κοίτα την δουλειά σου».
«Α, μην μας το παίζεις εμάς ιστορία. Από ενδιαφέρον ρωτάω και μόνο. Δεν θα κάτσω να σκάσω με εσένα σήμερα. Έτσι και αλλιώς έχω πολύ δουλειά. Περιμένω σε λίγο έναν καινούριο προμηθευτή για τυρόπιτες και πρέπει να πάω κάτω».
«Άει πάγαινε λοιπόν κυρ Φοίβο. Α και που είσαι. Όπως θα έρχεσαι φέρε και δύο τρεις τυρόπιτες. Έχω λιγούρες σήμερα».
Ο Φοίβος πήγαινε γυρεύοντας για αυτό που ακολούθησε.
«Μμμμμ Χαρούλα», είπε με ύφος εξυπνάκια που αργότερα σίγουρα το μετάνιωσε. «Τι εννοείς σήμερα; Κάθε μέρα τρεις τυρόπιτες σου φέρνω».
Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Χαρούλα, που ξερίζωσε μεμιάς την συσκευή του τηλεφώνου και του την πέταξε στο κεφάλι πριν προλάβει να αντιδράσει. Και σε αυτό το σημείο, αν ο Φοίβος είχε πέσει ξερός από το χτύπημα, τότε όλα θα ήταν όπως τα ξέραμε…
Αλλά για κακή τους τύχη ο Φοίβος ήταν ξεροκέφαλος. Το χαμόγελό του εξυπνάκια μεγάλωσε, δείχνοντας έναν μαζοχισμό απέναντι στα χτυπήματα της Χαρούλας (και της Μοίρας).
«Τι κάνς ικεί Χαρούλα, τριλάθκες;», πετάχτηκε ο Κωστάκης με το περίεργο αξάν (προφορά) του. «Διν βλιέπς ότι ηξυπηρετούμι κουόσμο;»
Διακοπή ιστορίας. Ο κόσμος που έμπαινε για να κλείσει δουλειές με την Κόσμος (λέγετε παρακαλώ) πρέπει να είχε και αυτός ένα ίχνος μαζοχισμού για να ανέχεται όλα όσα γίνονταν σε αυτόν τον προϊστορικό χώρο εργασίας, όπου κυριαρχούσε ο πιο δυνατός (η Χαρούλα).
Πάμε πάλι στην ιστορία μας.
«Δουλειά σου Κωστάκη για να μην χαλάσουμε τις καρδιές μας», του είπε αποκαλύπτοντας τα δόντια της, δείχνοντας έτσι τις διαθέσεις της.
«Το παράκανες σήμερα Χαρούλα», δήλωσε η Ελένη, με το ονειροπαρμένο βλέμμα που έχει η αγελάδα όταν την αρμέγουν.
«Τι παράκανε πάλι η Χαρούλα;», μπήκε μέσα φουριόζα η Κατερίνα και έπεσε πάνω στον Φοίβο.
«Αχ εσένα έψαχνα Φοίβο. Φέρε μου αμέσως τρεις τυρόπιτες γιατί δεν σε βλέπω από την πείνα. Μαμά και ανιψιά μας έχουν βάλει σε δίαιτα και μου έρχεται να δαγκώσω άνθρωπο».
«Φέρε μου και εμένα μία Φοίβο μου», δήλωσε η χαζοζαρούμενη, με ένα ανεξιχνίαστο ύφος που το συναντάς μόνο στους μαστούρηδες.
«Πιάσι κι ιμένα δύου», δήλωσε ο Κωστάκης, που είχε και στο χωριό του τυρόπιτες.
Ο Φοίβος έτριψε τα χέρια του από ικανοποίηση. Όλοι το ήξεραν πως ήταν φιλοχρήματος και πως κάτι τέτοιες στιγμές, τις στιγμές των μεγάλων παραγγελιών, ένιωθε κάτι να φουσκώνει κάτω χαμηλά. Και την μάνα του θα πουλούσε για το χρήμα. Μια φορά στην αρχή του πρώτου κύκλου, πούλησε την αδερφή και το ανιψάκι του Ιάσονα, για αυτό δεν αναφέρθηκαν ξανά μετά τα πρώτα επεισόδια. Μερικά επεισόδια αργότερα, άλλαξε το επίθετο του από Τρίκης (γουαταφάκ) σε (Οικονόμου) επειδή του είπαν πως αν έχεις μεγαλύτερο επίθετο παίρνεις ένα επίδομα από το δημόσιο (και μετά απορούμε πως φτάσαμε εδώ).
«Μην ξεχάσεις τις δικές μου χοντρέ», τον επανέφερε ατσούμπαλα στην πραγματικότητα η Χαρούλα, που διακρινόταν για τους λεπτούς της τρόπους.
«Αμέσως κουκλάρα μου», δήλωσε επιδεικτικά ο Φοίβος και έτρεξε προς την είσοδο του γραφείου για να γλιτώσει από την συσκευή του φαξ που του πέταξε η Χαρούλα.
«Άντε πάγαινε από δω κυρ Φοίβο. Που θα με πεις και κουκλάρα σου. Η Χαρούλα δεν ανήκει σε κανέναν».
Η Ελένη είχε πάρει πλέον ένα ύφος που μόνο ένας καλός ψυχίατρος μπορούσε να το εξηγήσει. Σαν να έπαιζαν συνεχόμενα κινούμενα σχέδια στο μυαλό της.
«Σε αγαπάει ο Φοίβος Χαρούλα. Και θα κάνει τα πάντα για εσένα».
Η Χαρούλα δεν είπε τίποτα, μόνο την κοίταξε με ένα παγωμένο βλέμμα και γύρισε να καθίσει στο γραφείο της. Αφού πλέον δεν υπήρχαν τα τηλέφωνα για να την ενοχλήσουν, έβγαλε ένα σταυρόλεξο από το συρτάρι και αφοσιώθηκε σε αυτό. Ήταν οι τελευταίες στιγμές ξεγνοιασιάς και ηρεμίας στις ζωές όλων. Αλλά αυτό δεν το ήξεραν ακόμα.

Ο Προμηθευτής

Ο Μένιος ο προμηθευτής, ήταν ο κλασσικός τύπος λαμόγιου. Έστηνε βρομοδουλειές, τα ‘κονόμαγε και ύστερα τα τίναζε όλα στον αέρα και έτρωγε όλα τα χρήματα. Όταν ξέμενε, έστηνε κάτι καινούριο και ξανά από την αρχή. Αυτή την φορά εισήγαγε πάμφθηνες κατεψυγμένες τυρόπιτες, με το τυρί να είναι φτιαγμένο από γάλα αγελάδων, μεγαλωμένων στην περιοχή του Τσέρνομπιλ. Επρόκειτο για μεγάλη δουλειά. Είχε παραλάβει πεντακόσιες χιλιάδες κομμάτια και της πουλούσε στο ένα τρίτο της τιμής από τους άλλους προμηθευτές. Ήταν η δεύτερη ημέρα που είχε βγει παγανιά και έβρισκε ανυποψίαστους τυροπιτάδες, που στο άκουσμα και μόνο της τιμής, έκαναν τεράστιες παραγγελίες, χωρίς να ρωτάνε για την προέλευση, την ποιότητα και άλλες ασήμαντες λεπτομερειούλες. Μόνο πως θα αύξαναν τα κέρδη τους, τους ένοιαζε. Χάρη στην πονηριά του, ο Μένιος θα έβγαζε ένα πολύ καλό ετήσιο εισόδημα, μέσα σε μία εβδομάδα.
Περίμενε υπομονετικά τον Φοίβο στο μπαρ, παίζοντας το κομπολόι του με το ένα χέρι και ισιώνοντας την μουστάκα του με το άλλο. Κάθε τόσο άφηνε την μουστάκα του, έπαιρνε το τσιγάρο από το στόμα του και το τίναζε.
Ο Φοίβος κατέβαινε τις σκάλες και χαμογελούσαν μέχρι και τα μουστάκια του (που δεν είχε, όχι λόγω κάποιου ορμονικού προβλήματος, αλλά από άποψη). Μόλις τον είδε, βιάστηκε να πάει δουλικά προς το μέρος του. Είχε σκοπό να του ζητήσει μεγαλύτερη έκπτωση και έδειχνε διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για αυτό. Αλλά ας μην το συζητήσουμε τώρα αυτό, μπορεί να είστε πάνω στο φαΐ.
«Καλησπέρα κύριε Φοίβο», του είπε με περίσσια μαγκιά ο Μένιος, κάνοντας όλα τα θηλυκά σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων να πέσουν κάτω από λιγωμάρα.
«Καλησπέρα κύριε Μένιο», απάντησε σχεδόν υποτακτικά ο Φοίβος, σερνάμενος προς το μέρος του σαν μία τεράστια σκουληκαντέρα.
«Για να μπαίνουμε κατευθείαν στο ψητό γιατί έχουμε και δουλειές. Πόσα κομμάτια θες;»
«Χίλια κομμάτια», απάντησε ο Φοίβος σκεπτόμενος ότι κολυμπούσε μέσα σε μία πισίνα με δραχμές (που όλο διολισθαίνουν), όπως ο Σκρουτζ Μακ Ντακ.
«Έχουμε και λέμε. Χίλια κομμάτια, με τριάντα πέντε δραχμές το ένα, μας κάνει τριάντα πέντε χιλιάδες».
«Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό», του απάντησε και σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα του κοιτάζοντάς τον λάγνα.
Ο Μένιος το έπιασε αμέσως το υπονοούμενο. Έχοντας τρία απολυτήρια φυλακών στο παλμαρέ του, το αναγνώρισε αυτό το βλέμμα. Ως μουστακαλής και μερακλής που ήταν φτιάχτηκε. Αλλά είχε άλλα τετρακόσια ογδόντα πέντε χιλιάδες κομμάτια ακόμη να πουλήσει και έπρεπε να τα αφήσει αυτά για αργότερα.
«Η τιμή είναι φιξ. Δεν αλλάζει. Λοιπόν τα θες ή να φύγω;», του αγριεύτηκε και έκανε να πάει προς την πόρτα.
«Όχι, όχι, τα θέλω», σηκώθηκε αμέσως ο Φοίβος. Πήγε μέχρι το ταμείο και έβγαλε τα χρήματα. Του τα έδωσε με τρεμάμενο χέρι (έτσι έκανε πάντα όταν έδινε χρήματα) και ένιωθε να χάνει δέκα χρόνια ζωής. Ήταν τεράστια η απώλεια για εκείνον.
Ο Μένιος τα άρπαξε και τα έχωσε στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. Ύστερα βγήκε έξω και πήγε μέχρι το φορτηγάκι του. Έβγαλε δέκα μεγάλες κούτες και τις άφησε στην είσοδο.
«Χαιρετώ σας λοιπόν. Ευχαριστώ για την συνεργασία», είπε, του έκλεισε πονηρά το μάτι και εξαφανίστηκε μέσα στο φορτηγάκι του.
Όσο ο Φοίβος μετέφερε μέσα τις κούτες, έφτιαχνε ένα πλάνο του νέου τιμοκαταλόγου. Μπορεί να πήρε τις τυρόπιτες τόσο φθηνά αλλά ήθελε να βγάλει ακόμη περισσότερα. Έτσι, μέσα στην σοφία του, αποφάσισε να τσιμπήσει λιγάκι τις τιμές.
Για να μην σας κουράζω με τα διαδικαστικά θα σας τα πω όλα γρήγορα. Έψησε ένα ταψί τυρόπιτες και τις ανέβασε αμέσως στο γραφείο. Εκεί τις μοίρασε και όλοι έφαγαν.

Ο αιθεροβάμων επιδιορθωτής

Ο Άλκης σιγοψιθύριζε ένα τραγούδι του νέου ελληνικού κύματος. Μπροστά του είχε μία ανοιγμένη συσκευή και προσπαθούσε να καταλάβει τι στο διάολο έκανε εκεί και δεν έφευγε να πάει να βρει την τύχη του σε ένα τάλεντ σόου, αν και στις αρχές των 90’s δεν ήταν τόσο δημοφιλή αυτά. Δούλευε πέντε χρόνια στο μαγαζί του Ιάσονα και δεν είχε μάθει ακόμη από ποιο κουμπί άναβε η τηλεόραση. Ο Ιάσωνας δεν τον έδιωχνε, γιατί ήταν καλό παιδί και έφτιαχνε και ωραίο μερακλίδικο καφέ. Και τέλος πάντων, είχε πάντα έναν άνθρωπο στο μαγαζί και έκανε την δουλειά του ρε παιδί μου.
Έψαξε την εργαλειοθήκη και έβγαλε από μέσα ένα περίεργο εργαλείο, που όλοι οι άλλοι άνθρωποι το ξέρουμε ως κατσαβίδι. Τον πρώτο καιρό είχε τραυματιστεί, καθώς το είχε περάσει για μεταλλική οδοντογλυφίδα. Ένιωθε τόσο τυχερός εκείνη την ημέρα που δεν το είχε περάσει για μπατονέτα.
Με αυτά τα λίγα καταλαβαίνετε πως ένας άνθρωπος των τεχνών, είναι καλύτερα να καταπιάνεται με την τέχνη του, παρά με κάτι άσχετο.
Τέλος πάντων, ο Άλκης τραγουδούσε, με την μελωδία του να ξεχύνεται από το βοηθητικό δωματιάκι και να ακούγεται μέχρι την κύρια αίθουσα του μαγαζιού, όπου εκείνη την ώρα έμπαινε φουριόζος ο Ιάσονας. Από την όψη του φαινόταν νταλκαδιασμένος, όπως πάντα δηλαδή. Μπήκε στο δωματιάκι, στάθηκε στο κατώφλι και παρακολουθούσε τον Άλκη να γρατζουνάει την κεφάλα του με το κατσαβίδι.
«Τι κάνεις εκεί Άλκη;»
Η μονίμως αυστηρή στεντόρεια φωνή του, που αναστάτωνε όλο τον γυναικείο πληθυσμό, κατακεραύνωσε τον βοηθό του. Ο Άλκης γύρισε απότομα και τον αντίκρισε.
«Αααα εδώ είσαι αφεντικό. Δεν σε κατάλαβα. Εδώ άνοιξα να επιδιορθώσω μία τηλεόραση για να σε ξαλαφρώσω.
Ο Ιάσωνας κοίταξε την συσκευή και ύστερα τον παραγιό του.
«Βλαμμένος είσαι αγόρι μου. Αυτή είναι η τοστιέρα μας. Πότε στο καλό θα μάθεις ότι εδώ είμαστε εργαστήριο επιδιόρθωσης τηλεοράσεων;»
«Μα αφεντικό…», πήγε να ψελλίσει, αλλά ο Ιάσωνας τον διέκοψε.
«Τέλος πάντων. Σήκω και πήγαινε στο σπίτι μου για να κρεμάσεις κάτι πίνακες που παρήγγειλα. Και μετά θα έρθω και θα φάμε όλοι μαζί».
«Αμέσως αφεντικό». Ο Άλκης σηκώθηκε βιαστικά και πήρε το μπουφάν του. Αποχαιρέτησε τον Ιάσονα και έφυγε από το μαγαζί με κατεύθυνση το σπίτι του Ιάσονα και της Ελένης. Στον δρόμο σιγοψιθύριζε το τραγούδι «it’s the end of the world as we know it». Μα πόσο προφητικό μπορούσε να είναι αυτό; Θα το ανακάλυπτε λίγες ώρες αργότερα…

Η φαρμακοτρίφταινα

«Αυτές, μόνο αυτές. Στα έχουν φάει όλα και σε εμάς δίνεις μόνο τα ψίχουλα», ούρλιαζε υστερικά η Αμαλία, παρόλο που το φαρμακείο ήταν γεμάτο κόσμο. Κάποιοι πελάτες ήταν τόσο συχνοί, ώστε το μόνο που μπορούσε να φανταστεί ο Χρήστος, ήταν ότι πήγαιναν εκεί μόνο και μόνο για να δουν το θέαμα και να περάσουν την ώρα τους. Θα το εξέταζε το ενδεχόμενο να κόβει εισιτήρια και να βάλει και μηχάνημα με ποπκόρν.
«Ηρέμησε Αμαλία μου. Έχουμε κόσμο», έκανε το λάθος να της πει, κάνοντάς την ακόμα πιο έξαλλη.
Η Αμαλία προχώρησε στο κοινό της, που την απολάμβανε ακόμη μία φορά και άρχισε να ρωτάει έναν έναν.
«Εσείς κύριε μου έχετε αδερφή; Εσείς;»
Ένας τακτικός πελάτης έγνεψε καταφατικά, παρόλο που δεν είχε αδερφή, για να της δώσει τροφή για την συνέχεια.
«Και την πετάτε έτσι έρημη στους πέντε δρόμους; Μαζί με την κόρη της;»
Εκείνος έγνεψε αρνητικά. Η Αμαλία γύρισε στον Χρήστο που έβλεπε επιχειρηματικά το όλο ζήτημα. Φανταζόταν τον εαυτό του σαν εντερτέινερ τσίρκου που παρουσίαζε το καλύτερό του νούμερο. Και ήταν τόσο διαδραστικό, που η συμμετοχή του κόσμου ήταν απαραίτητη για την εξέλιξή του.
«Τι είπες Αμαλία μου;», την ρώτησε όπως πάντα ατάραχος. Μετά τον γάμο του με την Κατερίνα τίποτα δεν έδειχνε ικανό να τον συνταράξει.
«Βλέπετε; Όχι βλέπετε; Υποφέρουμε και αυτός ονειροπολεί», στράφηκε στο κοινό της. Μία κυρία έκλαιγε με λυγμούς, το ζούσε.
«Τον έχουν μετατρέψει σε ένα αποχαυνωμένο παχύδερμο. Τι σου κάνουν εκεί μέσα ρε; Σε κρατάνε με το σεξ;»
Η κυρία που έκλαιγε λιποθύμησε από την εξέλιξη του δράματος, αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία. Είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα, στην αποκαθήλωση ενός ολόκληρου μύθου, γύρω από την σεμνή ζωή του φαρμακοτρίφτη.
Ο Χρήστος βγήκε επιτέλους από τις ονειροπολήσεις του.
«Του ματς ινφορμέισον», της είπε με ύφος Αλ Πατσίνο, κλεμμένο από τον Νονό, κάνοντάς την επιτέλους να σωπάσει.
Το κοινό είχε καταλάβει ότι η σημερινή παράσταση είχε φτάσει στο τέλος της και άρχισε να ζητωκραυγάζει και να επευφημεί. Η Αμαλία και ο Χρήστος πιάστηκαν χέρι χέρι και έκαναν μία βαθιά υπόκλιση. Το κοινό τους λάτρευε. Όσοι ήταν να αγοράσουν κάποιο φάρμακο (ελάχιστοι) το αγόρασαν και έφυγαν από το κατάστημα.
«Λοιπόν, θα μου το πάρεις εκείνο το στέρεο;», ρώτησε από την αρχή η Αμαλία, αναζωπυρώνοντας την κουβέντα.
«Είπαμε Αμαλία μου. Είχαμε τρομερά έξοδα με τον γάμο και τώρα έχουμε μείνει ρέστοι. Και στην τελική τι το θες το στέρεο; Σας πήρα πέρυσι καινούριο ηχοσύστημα, από τα πιο καλά».
Τα κροκοδείλια δάκρυα εμφανίστηκαν ως δια μαγείας στα μάτια της.
«Και το παιδί μου; Αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι στους φίλους της. Τι θα απογίνει; Πως θα βρει άντρα να παντρευτεί;»
Τώρα που δεν υπήρχε κοινό ήταν διαφορετικά. Ακόμη και ο Χρήστος, το τέρας ψυχραιμίας και ηρεμίας, ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Προς στιγμήν σκέφτηκε να πάρει όλα τα υπόθετα και να της τα χώσει εκεί που ήξερε, αλλά συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή, καθώς η επόμενη παραγγελία με υπόθετα θα ερχόταν την επόμενη εβδομάδα.
«Θα στο πάρω Αμαλία μου», της είπε τελικά χωρίς να δείχνει ίχνος εκνευρισμού. Μάζευε μάζευε. Δεν ήξερε πότε θα έμπαινε μέσα στο μαγαζί με ένα αλυσοπρίονο και θα την έκανε κομματάκια.
«Και τα καλά ηχεία και το γούφερ», απαίτησε η Αμαλία, που της χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια. Δεν είχε μαζεμό, τα ήθελε όλα. Και έκανε τα πάντα για να τα πετύχει.
Ο Χρήστος τσιμπήθηκε δυνατά μέσα από την ρόμπα του για να ηρεμήσει και με μεγαλύτερο χαμόγελο της απάντησε.
«Ναι Αμαλία μου. Όλο το σετ».
Τελικά δεν ήταν τόσο ηλίθιος και μαλάκας, όσο έδειχνε. Είχε και αυτός αισθήματα που τα καταπίεζε, για να μην κακοκαρδίζει τους άλλους. Όλα αυτά όμως έφταναν στο τέλος τους. Κάτι κακό, πολύ κακό συνέβαινε…

Συνεχίζεται…
-------------------------------------------------------------------

Παναγιώτης Δεληγιάννης

Αρχική δημοσίευση

-

0 σχόλια